• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
learn from [sb/sth] vi + prep (gain lessons from [sb/sth])μαθαίνω από κάποιον/κάτι ρ μ
  διδάσκομαι από κάποιον/κάτι ρ μ
 When it comes to cooking, I learned from my mother.
learn [sb] from [sb],
learn from [sb] that
v expr
(get news, info, etc. from [sb])μαθαίνω από κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (από άνθρωπο)ακούω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 I learnt from my dad that my sister had got engaged.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
learn from your mistakes v expr (not repeat errors)μαθαίνω από τα λάθη μου περίφρ
 In time you will learn from your mistakes and hopefully become a better person.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'learn from' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση learn from στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «learn from».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!